Επιλεγμένο άρθρο
Όλοι αξιολογούνται. Την εξουσία ποιος την αξιολογεί;
Στιγμιότυπο από τη συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Στερεάς Ελλάδας, 18 Σεπτεμβρίου 2026. Πηγή φωτογραφίας: OTA Voice.
Η αντιπαράθεση στο Περιφερειακό Συμβούλιο Στερεάς Ελλάδας ανοίγει μια μεγαλύτερη συζήτηση για τη λογοδοσία, το δημόσιο χρήμα και το δικαίωμα των πολιτών να γνωρίζουν.
Παρακολουθώντας τη συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Στερεάς Ελλάδας της 18ης Σεπτεμβρίου, έφυγα με την αίσθηση ότι το πραγματικό ζήτημα δεν ήταν τελικά μόνο οι καταγγελίες που ακούστηκαν ούτε οι απαντήσεις που δόθηκαν. Ήταν κάτι βαθύτερο: η δυσκολία μας να αποδεχτούμε ότι η εξουσία οφείλει να ελέγχεται και ότι ο έλεγχος δεν αποτελεί επίθεση, αλλά βασικό στοιχείο της δημοκρατικής λογοδοσίας.
Στη συνεδρίαση, ο επικεφαλής της μείζονος μειοψηφίας Γιώργος Αγγελόπουλος διατύπωσε καταγγελίες σε βάρος της Αντιπεριφερειάρχη Τουρισμού και Πολιτισμού Φανής Παπαθωμά, μεταξύ άλλων σχετικά με τη χρήση υπηρεσιακού οχήματος και άλλων δημόσιων πόρων. Πρόκειται για ισχυρισμούς της αντιπολίτευσης και όχι για διαπιστωμένες παραβάσεις. Η κα Παπαθωμά απάντησε δημόσια υπερασπιζόμενη τις ενέργειές της και τη νομιμότητά τους.
Και κάπου εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται το ουσιαστικό ζήτημα.
Ο έλεγχος δεν είναι ασέβεια
Σε μια δημοκρατία είναι φυσιολογικό η αντιπολίτευση να θέτει ερωτήματα και η διοίκηση να απαντά. Εκείνο που με προβληματίζει είναι όταν η ίδια η απαίτηση για στοιχεία αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως υπερβολή ή προσωπική προσβολή.
Η μακρά πολιτική διαδρομή, η αναγνωρισιμότητα ή η προσφορά ενός αιρετού μπορούν ασφαλώς να αναγνωρίζονται. Δεν μπορούν όμως να αποτελούν λόγο εξαίρεσης από τη λογοδοσία. Αντίθετα, όσο μεγαλύτερη είναι η ευθύνη και η εξουσία που έχει αναλάβει κάποιος, τόσο πιο φυσικό θα έπρεπε να θεωρείται ότι οι αποφάσεις του μπορούν να εξηγηθούν και να ελεγχθούν.
Άλλωστε, ο επίσημος κώδικας συμπεριφοράς των αιρετών οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης συνδέει την άσκηση του αξιώματος με τη νομιμότητα, την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος, την εντιμότητα, την ακεραιότητα και την καλή πίστη.
Ο έλεγχος δεν είναι ασέβεια. Είναι μέρος της ευθύνης που συνοδεύει ένα δημόσιο αξίωμα.
Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε ποιον να πιστέψουμε
Δεν γνωρίζω αν οι καταγγελίες που ακούστηκαν είναι βάσιμες. Ούτε θεωρώ ότι μια πολιτική αντιπαράθεση αποδεικνύει από μόνη της παρανομία ή κακοδιαχείριση.
Αυτό όμως είναι ακριβώς το σημείο. Ο πολίτης δεν θα έπρεπε να καλείται να διαλέξει απλώς ποιον θεωρεί περισσότερο αξιόπιστο. Όταν τα ερωτήματα αφορούν δημόσιους πόρους, πρέπει να υπάρχουν στοιχεία που μπορούν να δώσουν απαντήσεις.
Αν υπάρχουν υπηρεσιακές μετακινήσεις, υπάρχουν σχετικά έγγραφα. Αν υπάρχει δημόσια δαπάνη, υπάρχουν αποφάσεις και παραστατικά. Αν χρησιμοποιούνται δημόσιοι πόροι, πρέπει να μπορεί να εξηγηθεί για ποιον σκοπό και με ποια διαδικασία.
Δεν χρειάζεται να πιστέψουμε ούτε εκείνον που καταγγέλλει ούτε εκείνον που απαντά. Χρειάζεται να μπορούμε να ελέγξουμε.
Και αυτό λειτουργεί προς όλες τις κατευθύνσεις. Ένας έλεγχος μπορεί να επιβεβαιώσει μια καταγγελία, μπορεί όμως και να την καταρρίψει. Γι' αυτό δεν αποτελεί καταδίκη κανενός.
Την ίδια την εξουσία είμαστε έτοιμοι να την αξιολογήσουμε;
Ως εκπαιδευτικός έχω ακούσει αμέτρητες φορές ότι η αξιολόγηση είναι αναγκαία για να βελτιωνόμαστε. Ότι η λογοδοσία είναι στοιχείο μιας σύγχρονης δημόσιας διοίκησης και ότι όποιος ασκεί ένα δημόσιο λειτούργημα πρέπει να μπορεί να εξηγεί και να τεκμηριώνει τον τρόπο με τον οποίο το ασκεί.
Αν όλα αυτά ισχύουν για τον δάσκαλο μέσα στην τάξη, για τον δημόσιο υπάλληλο ή για τον εργαζόμενο, τότε ακόμη περισσότερο θα έπρεπε να ισχύουν για εκείνους που ασκούν εξουσία, λαμβάνουν αποφάσεις και διαχειρίζονται δημόσιους πόρους.
Ο αιρετός ασφαλώς δεν είναι δημόσιος υπάλληλος. Έχει νομιμοποιηθεί δημοκρατικά από την ψήφο των πολιτών και πολιτικά κρίνεται στην κάλπη. Όμως η λαϊκή εντολή δεν μπορεί να σημαίνει ότι στα χρόνια που μεσολαβούν μέχρι τις επόμενες εκλογές ο έλεγχος είναι περιττός.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να μετατρέψουμε την πολιτική σε δικαστήριο χαρακτήρων ούτε κάθε καταγγελία σε απόδειξη ενοχής. Χρειαζόμαστε θεσμούς και διαδικασίες που επιτρέπουν στις πράξεις που αφορούν δημόσιο χρήμα να εξηγούνται, να τεκμηριώνονται και, όταν υπάρχει λόγος, να ελέγχονται.
Γιατί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν χτίζεται όταν ο πολίτης καλείται απλώς να πιστέψει. Χτίζεται όταν έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει.
Ίσως αυτό να είναι τελικά το ουσιαστικό ερώτημα που άφησε πίσω της αυτή η συνεδρίαση. Όχι αν είχε δίκιο ο κ. Αγγελόπουλος ή η κα. Παπαθωμά, αλλά αν είμαστε πραγματικά έτοιμοι να εφαρμόσουμε στην ίδια την εξουσία τις αρχές που απαιτούμε να εφαρμόζονται σε όλους τους υπόλοιπους.
Γιατί όσο μεγαλύτερη είναι η δύναμη που εμπιστευόμαστε σε κάποιον, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι και η υποχρέωσή του να λογοδοτεί για τον τρόπο με τον οποίο την ασκεί.
Όλοι μιλάμε για αξιολόγηση. Την ίδια την εξουσία, όμως, είμαστε έτοιμοι να την αξιολογήσουμε;
Δημοφιλή άρθρα